ΑΡΕΘΟΥΣΑ


Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ Ελευθερίας Επισκεψις.ΠΑΘΟΣ-ΜΑΘΟΣ
October 4, 2011, 10:55 pm
Filed under: Uncategorized

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ.  

Ελευθερίας Επίσκεψις: ΠΑΘΟΣ-ΜΑΘΟΣ

———————————

            Η ιστορικότητα αποτελεί βασικό γνώρισμα της υπόστασης του ανθρώπου. Είμαστε αυτό που κάναμε ή μπορούμε να κάνουμε, ή έκαμαν άλλοι με τους οποίους ταυτιζόμαστε. Ακόμα και με την ιστορία ενός μικρού χώρου-χωρίου, σαν τα χωριά της Αρκαδίας. Που είναι σημαντικά, γιατί σ’ αυτά κατοικούν άνθρωποι, υπάρχουν σημαντικά έργα ανθρώπων κ.λ.π. Με αυτή την έννοια είναι πολύ σημαντική η σύνταξη και η γνώση της τοπικής ιστορίας, ως στοιχείου της ιδιαίτερης ταυτότητας μιας περιοχής και των ανθρώπων της που ταυτίζονται μαζί της. Εμείς από τους πατεράδες και τις μανάδες μας μάθαμε για τη ΧΩΡΑ,(το Μεγάλο Χωριό) που ήταν η μεγάλη πόλη της Τριπολιτσάς.

Με αυτά τα δεδομένα η «Άλωση της Τριπολιτσάς», ενταγμένη στη χρονική στιγμή μιας άλλης εποχής, είναι σημαντικό κομμάτι τοπικής, αλλά και εθνικής Ιστορίας. Είναι «ΒΑΘΡΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ», όπως θα την αποκαλούσε ο μεγάλος Λυρικός ποιητής Πίνδαρος, προσεγγίζοντας  με ένα διαφορετικό τρόπο την προσωποποιημένη ελευθερία του Διονυσίου Σολομού.

Η Τριπολιτσά, στρατηγικό και πολιτικό κέντρο των Τούρκων, μετά την άλωσή της από τους επαναστατημένους Έλληνες, προσωποποιεί την ιδέα της επαναστατημένης Ελλάδας. Χωρίς την Τριπολιτσά  δεν μπορεί να εννοηθεί η Ελληνική Επανάσταση.

 

Αρκάδες και Φίλοι της Αρκαδίας.

Η σημερινή μας συνάντηση παίρνει και τη μορφή ενός μαθήματος που λειτουργεί σε τρία επίπεδα, την αναζήτηση της αλήθειας, την ερμηνεία της και αυτό που λέμε Επέκεινα της Ερμηνείας. Και αυτό το επέκεινα έχει σαν βασικό γνώρισμα τη σύνδεση με τη σύγχρονη πραγματικότητα, ώστε η τοπική και εθνική ιστορία να μην είναι γνώση, αλλά τρόπος ζωής.

            Η ιστορία έχει μια τραγική διάσταση που σε μας φτάνει σαν ανάμνηση. Η ελευθερία, βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης υπόστασης, δεν προσωποποιείται με την κλασική μορφή που την είδε ο Σολομός. Αλλά με το σύμβολο ενός δένδρου που τρέφεται όχι με το αίμα ενός  θυσιαστηρίου, αλλά με ποταμούς αιμάτων. Χαρακτηριστικό το επίγραμμα για την Ελευθερία της «ΑΡΚΑΔΙΑΣ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ.»

Το αίμα σκίζει τα βουνά των βράχων

Ριζώνει η λευτεριά.

Και εσύ! Τ’ ακούς σαν μουσική.

Δακρύζεις κι απορείς.

Είναι το χαίρε των θνητών προς τους αθάνατους.

            Και εμείς ζούμε στον απόηχο του Μεγάλου 21.

            Και όμως αυτοί οι αθάνατοι, τους οποίους τιμάμε σήμερα, ξεκίνησαν με απλά, δύσκολα και αβέβαια βήματα, αλλά είχαν πίστη στην πραγμάτωση του σκοπού τους, παρά τις διαφοροποιήσεις και τις αδυναμίες τους.

            Παράδειγμα ο Θ. Κολοκοτρώνης. Γι’ αυτό θα επιλέξουμε να συνεχίσουμε με μια αναφορά  στο Λιμποβίσι, το σπίτι-μνημείο  του Κολοκοτρώνη, όπου ο ήρωας αποθεώνεται καθώς ανεβαίνει στο Μαίναλο, τον Αρκαδικό Όλυμπο. Αλλά αυτός το ίδιο βράδυ, την ημέρα των εγκαινίων, 26 Ιουλίου 1992, κατεβαίνει για να μας δείξει, μόνος όπως πάντα, το δρόμο του χρέους. Που είναι χρέος στον τόπο μας και στην ιστορία αυτού του τόπου.

(Κυριακή βράδυ, 26 Ιουλίου 1992).

ΛΙΜΠΟΒΙΣΙ

(Η  αποθέωση ενός θνητού)

Η νύχτα  πέρασε αθόρυβα

από  πόρτες και παράθυρα.

Ακούστηκαν αργά τα  βήματα του Φύλακα

και ο κρότος  από το κλείσιμο

της σιδερένιας καγκελόπορτας.

 

Ήταν το άνοιγμα της ιστορίας.

 

Ο αργός βηματισμός αραίωνε.

Έγινε καλπασμός αλόγου, που χάθηκε

στις Λαγκαδιές και τ’ Αρκουδορέματα.

 

Ο αντίλαλος πια ήταν καθαρός.

«Βαστάτε! ‘Έρχεται ο Κολοκοτρώνης!».

Και ’μεις στα ταμπούρια του Βαλτετσιού

αντιμετωπίζουμε τις ορδές του Κεχαγιάμπεη

που επιτίθενται πια σε κάθε κατεύθυνση.

 

Ο χρόνος αυτού του διήμερου είναι αιώνιος.

Σαν τις Ημέρες της Δημιουργίας.

«Και είπεν ο Θεός…Ημέρα πρώτη.

Είπεν…Ημέρα δεύτερη».

 

Η ιστορία όμως πλάθεται στα δικά μας χέρια.

Το Λιμποβίσι δεν είναι τραγούδι.

Είναι Χρέος.

Τι είπε ο Θεός την πρώτη μέρα; Γεννηθήτω φως! Και εγένετο φως. Το σύμβολο της  ελευθερίας.

Και τι είπε ο Θεός της Επανάστασης Θ. Κολοκοτρώνης; Ο Θεός έβαλε την υπογραφή του για τη λευτεριά της Ελλάδας και δεν την παίρνει πίσω.

            Το χρέος είναι μια ιστορική υποθήκη με διδακτικό και παιδευτικό χαρακτήρα. Και οι γιορτές της Αλώσεως οφείλουν να έχουν αυτό το χαρακτήρα. Αλλά, άλλο το πανηγύρι της Άλωσης και άλλο οι αγώνες και η αγωνία των πολιορκητών. Κάτι ανάμεσα στην ιστορία και το μύθο.

Ζούμε στην περίοδο όπου η ιστορία είναι έκφραση λόγου, λογικής. Αλλά ένα άνοιγμα χρόνου δύο αιώνων  κάνει ώστε τα πραγματικά γεγονότα, πολλές φορές, να φαντάζουν μυθικά. Και φαίνεται να δικαιώνουν τον Κολοκοτρώνη που μας μαρτυρεί: « Όταν αρχίσαμε την επανάσταση μας έλεγαν τρελούς».

            Ας γυρίσουμε όμως πίσω το χρόνο και ας δώσουμε το λόγο στο μεγάλο ήρωα της επανάστασης.                                                    

«Την αυγή(3 Απριλίου 1821), με τα ξημερώματα, μου λέγουν: Τι να κάνουμε εδώ; Να αναχωρήσουμε, να πάμε εις το Λιοντάρι, να συνάξωμε στρατεύματα, να δούμε τι απογίνεται εκείνος ο κόσμος», και χίλιες αφορμές.

Εγώ τους είπα: «Δεν έρχομαι, κάθομαι εις τούτα τα βουνά που με γνωρίζουν τα πουλιά και με τρων καλύτερα, γειτονικά».

            Δεν είχα άνθρωπο εδικό μου, επαρχιώτη μου. Ένα άλογο είχα.

Ο Αναγνωσταράς, μπεϊζαντές, Μπούρας πάνε στο Λεοντάρι. ‘Εμεινα μόνος μου με το άλογό μου εις το Χρυσοβίτσι. Γυρίζει ο Φλέσσας και λέγει ενός παιδιού: «Μείνε μαζί του μην τον φάνε τίποτες λύκοι».

            Έκατσα έως που εσκαπέτισαν με τα μπαϊράκια τους. Απέ εκατέβηκα κάτου. Ήτον μια εκκλησιά εις τον δρόμον (Η Παναγία στο Χρυσοβίτσι). Και το καθισιό μου ήτον όπου έκλαιγα την Ελλάς: «Παναγία μου, βοήθησε και τούτην την φορά τους Έλληνας δια να εμψυχωθούν!». Και επήρα ένα δρόμο κατά την Πιάνα. Εις τον δρόμον απάντησα τον ξάδελφόν μου Αντώνιον, του Αναστάση Κολοκοτρώνη, με εφτά ανηψίδια μου. Εγίναμε εννιά και το άλογό μου δέκα. Εγώ ήμουν και χωρίς τουφέκι.

            Εις την Πιάνα δεν ήτον κανείς, με λέγει ο Αντώνης Κολοκοτρώνης. Ούτε  εις την Αλωνίσταινα. Φευγάτοι.

            Έριξα εις την Αλωνίσταινα. Με εγνώρισαν. Εκατέβηκαν. Τους έκανα όλους πεζοδρόμους. Έστειλα εις όλα τα χωριά να κάνω ορδί. Σε τρεις μέρες έμασα 300 και έριξα το ορδί μου ειςτην Πιάνα , αγνάντια από την Τριπολιτσά τρεις ώρες. Τότενες τα χαρατσοχάρτια έμβαιναν εις την Τριπολιτσά και είπαν: «Ο Κολοκοτρώνης είναι με 300 εις την Πιάνα».

            Βγαίνουν 4.000 Τούρκοι και μας εξημέρωσαν εκεί. Βλέποντας έλεγα ότι οι Τούρκοι είναι ολίγοι, τους έβλεπα με το κιάλι. Το κιάλι δεν το έδινα σε κανέναν. Τους παρηγορούσα.

            Έδωσαν μια φωτιά, ετσακίσανε οι δικοί μας. Έμεινα μόνος μου με το άλογό μου οπίσω. Επήρα τον δρόμο της Αλωνίσταινας. Εις τον δρόμο ηύρα τον Νικολό τον Μπούκουρα αποσταμένον και τον έβαλα πισωκάπουλα.

            Ημείς την μια μεριά, οι Τούρκοι από την άλλη, επηγαίναμε εις την Αλωνίσταινα. Οι  Αλωνιστιώτες ετουφέκαγαν από το ψήλωμα να μην μπουν οι Τούρκοι μέσα και εχασομέραγαν.

            Ο Κανέλος Δεληγιάννης ήρχετο με 100 νομάτους, με φορτώματα. Εμβήκαν οι Τούρκοι, του πήραν τα φορτώματα..

            Απαντήθηκα με τον Κανέλο. Όσους είχε ο Κανέλος κοντά του εφοβήθηκαν. Επήγαν εις τα χωριά τους. Έμειναν με τον Κανέλο ένδεκα νομάτοι. Οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό και εγύρισαν πίσω στην Τριπολιτσά.

            Παίρνω τον Κανέλο δια νυκτός τόπον σε τόπον και εξημερώσαμεν εις ένα χωριό του Κάμπου, εις την άκρα, του κάμπου της Καρύταινας. ΟΙ καμπίσιοι και οι βουνίσιοι είχαν περάσει στο απέναντι βουνό.

¨Ήτανε Μεγάλη Τετράδη. Από την πείνα μας εψήσαμε ένα αρνί και φάγαμε.

Αμόλυκα πεζοδρόμους εις το Λιοντάρι που ήταν συναγμένοι, καπεταναίοι. Τους είπα. Να ζυγώσουν κοντά εις την Τριπολιτσά, εις τη Μαρμαριά. Παπαφλέσσας, Μούρτζινος, Αναγνωσταράς».

            Από το στρατόπεδο των Βερβαίνων ο Κυριακούλης αποσπά σχεδόν χίλιους και στρατοπεδεύει στη Βλαχοκερασιά, ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα. Προδόθηκαν από ντόπιους και 2000 χιλιάδες Τούρκοι επιτίθενται αιφνιδιαστικά τα χαράματα της Λαμπρής. Το στρατόπεδο της Βλαχοκερασιάς διαλύεται.

            Νέο στρατόπεδο δημιουργείται σε Χρυσοβίτσι και Αλωνίσταινα.

Και ο Κολοκοτρώνης πάλι, επικεφαλής,  οργανώνει την πρώτη άμυνα στο Βαλτέτσι. «Τα ταμπούρια ήτον πλησίον διά να δίδει το ένα του άλλου βοήθεια. Ήτον αρχές και δεν ήξευραν να πολεμήσουν», σημειώνει ο Κολοκοτρώνης, που με 200-300 στεκόταν στο χωριό για να τους δίνει βοήθεια. Το Βαλτέτσι το κράταγαν οι δυνάμεις του Γιατράκου, του Κυριακούλη και του Νικηταρά. Δεν άντεξαν την πίεση των Τούρκων και υποχώρησαν. Οι Τούρκοι άρχισαν να καίνε το χωριό.

 

            Και όμως στις 14 Απριλίου οι Έλληνες αντιμετωπίζουν με επιτυχία τους Τούρκους στο Λεβίδι. Και σε αποφασιστική μάχη (12-13 Μαΐου) στο Βαλτέτσι. Στις 18 Μαΐου στα Βέρβαινα και τα Δολιανά.

Τον Ιούνιο τα Ελληνικά στρατόπεδα φτάνουν στα Τρίκορφα (πάνω από την Τριπολιτσά.), Στη Μάκρη (4 Ιουνίου)-Θάνα, στις Ρίζες της Τεγέας, το  Στενό, Βερζοβά, και Τσιπιανά (Νεστάνη) Μαντινείας.

 

Η 20η Ιουλίου όμως ήταν «μια μαύρη μέρα για τους Έλληνες». Χαρακτηρισμός του Κολοκοτρώνη. Στο μνημείο του πρώτου μαρτυρημένου ομαδικού τάφου που έγινε με εντολή Υψηλάντη-Κολοκοτρώνη  που ανοίχτηκε από τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη (21Ιουλίου 1821), διαβάζουμε το νεώτερο επίγραμμα:: «ΙΕΡΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΤΩΝ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΩΝ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ».

Αλλά «ΠΑΘΟΣ-ΜΑΘΟΣ», γιατί στις 21 Ιουλίου ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να οχυρωθούν με ταμπούρια  Μύτικας (απόληξη Μαινάλου) και Καπνίστρα, που θα φυλάγονταν από τον Ι. Δαγρέ του στρατοπέδου Τσιπιανών, και θα τα ένωνε μια τάφρος, η περίφημη Γράνα. Και την ίδια μέρα (νύχτα 21 Ιουλίου) με επίβλεψη του ίδιου του Κολοκοτρώνη οχυρώνεται και ο Αγιος Σώστης Τεγέας.

Οι Τούρκοι βγήκαν το πρωί από την πόλη και απλώς «επιθεώρησαν» τις οχυρώσεις του Αγίου Σώστη. Η Β΄  αποφασιστική φάση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς είχε αρχίσει. Στις 10 Αυγούστου η τολμηρή έξοδος των Τούρκων με την έμπειρη καθοδήγηση του Μουσταφάμπεη κατέληξε σε καθολική νίκη των Ελλήνων στην περίφημη  Μάχη της Γράνας, που είχε δυο νεκρούς Έλληνες. Αλλά  καθαγιάστηκε με τη θυσία πολλών ανδρών του Ηρωικού Σώματος Δαγρέ.

Το Σεπτέμβρη οι Έλληνες έφτασαν σε απόσταση βολής πυροβόλου από τα τείχη της Τριπολιτσάς και άρχισαν να συζητούν για όρους παράδοσης των Τούρκων.

 

Βρισκόμαστε εδώ σήμερα, όλοι, ΑΡΚΑΔΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΤΩΝ ΑΡΚΑΔΩΝ, σε μια έκφραση ΜΝΗΜΗΣ ΑΡΕΤΗΣ, Αρετή μνήμης για μας, ΜΝΗΜΗ Αρετής για κείνους. Και γι’ αυτό το ύψιστο ΧΡΕΟΣ θα πρέπει να γυρίσουμε 190 χρόνια πίσω. Στις 25  Σεπτεμβρίου 1821, όταν σίγησαν τα κανόνια της ΠΑΝΩ ΤΑΠΙΑΣ και οι τελευταίοι έμπειροι Τούρκοι μαχητές και πυροβολητές παραδόθηκαν στις 26, εξαντλημένοι από την πείνα και τη δίψα.

Της  ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΑΠΙΑΣ που είχε τα δικά της κανόνια, υψωμένη στη ΝΔ γωνία του τείχους και διαφέντευε ολόγυρα τον κάμπο της Τριπολιτσάς και το Μεγάλο  Τείχος της πόλης, που είχε μήκος3500 μ.και 7 μεγάλες πύλες. Τις ονομάτιζαν από τους δρόμους που οδηγούσαν στις αντίστοιχες πόλεις, τα Καλάβρυτα, την Καρύταινα, το Λεοντάρι, το Μυστρά. το Ναύπλιο. Την πύλη του Αγίου Αθανασίου και την  ΠΥΛΗ του ΣΕΡΑΓΙΟΥ, που ξεκινούσε από το σεράι (το παλάτι) του Τούρκου διοικητή και οδηγούσε ανατολικά προς τα χωριά της περιοχής του Λουκά. Εφτά μικρότερες τάπιες (προμαχώνες) διαφέντευαν και προστάτευαν καθεμιά τη δικιά της πύλη με μέρος από τα 30 συνολικά κανόνια που διέθεταν οι Τούρκοι και διαμοιράζονταν σε όλη  την περίμετρο του τείχους.

            Στο μικρό φρούριο της Μεγάλης Τάπιας, χτισμένο από τον 18ο αιώνα, οι οχυρωμένοι τούρκοι έβαλαν στις 23 Σεπτέμβρη σαν στόχο την παραβιασμένη Πύλη του Ναυπλίου και τους δρόμους που οδηγούσαν προς το κέντρο της πόλης. Χτυπούσαν στα τυφλά, Έλληνες και Τούρκους.

Ήταν η μοιραία πύλη για τους πολιορκημένους, καθώς την Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 1821, ενώ όλοι είχαν στραμμένη την προσοχή τους στη μεγάλη συνέλευση των αξιωματούχων στο Σαράγι και η φύλαξη του τείχους ήταν χαλαρή, ένας απλός πολεμιστής, ο Μανόλης Δούνιας, με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να συμβουλευτεί κανένα καπετάνιο,  ανεβαίνει στην τάπια της πύλης του Ναυπλίου, όπως συνήθιζε τις τελευταίες μέρες. Αλλά αυτή τη φορά συνοδευόταν και από δυο συντρόφους του. Συντονισμένα και αιφνιδιαστικά όλοι τους εξουδετέρωσαν τον πυροβολητή της τάπιας, που τους είχε δεχτεί φιλικά. Ο Δούνιας του είχε υποσχεθεί προστασία κατά την άλωση. Βιαστικά βοήθησαν και άλλους Έλληνες να ανέβουν στο τείχος με σχοινιά. Τότε ανοίξανε την Πύλη του Ναυπλίου και έστρεψαν το κανόνι προς το Σαράγι.

Είχε φτάσει πια η αρχή του τέλους της πολύμηνης πολιορκίας.

Οι φλεγόμενες μπάλες του κανονιού σκορπάνε τον πανικό στους Τούρκους του Σεραγιού, που τρέχουν πανικόβλητοι στα σπίτια τους για να φυλάξουν τις οικογένειές τους.

 Το άνοιγμα της Πύλης του Ναυπλίου ακολουθεί η πύλη του Μυστρά. . Και προκαλείται μαζική είσοδος των Ελλήνων από όλες τις πλευρές του τείχους, καθώς οι πολιορκητές χρησιμοποίησαν και τις σκάλες που είχαν ετοιμάσει.

Η μαζική είσοδος των απείθαρχων Ελλήνων πολεμιστών κατέληξε στη φοβερή τριήμερη εκδικητική σφαγή και λεηλασία των Τούρκων. Μέχρι το βράδυ αντίσταση των Τούρκων υπάρχει στη Μεγάλη Τάπια και σε τρία οχυρωμένα σπίτια. Στο τρίτο θα βάλουν φωτιά οι Έλληνες, γιατί οι Τούρκοι δεν παραδίνονταν.

Θυμίζει τη φωτιά που βάλανε οι Τούρκοι για να κάψουν το Γιάννη Δαγρέ όταν είχε υποχωρήσει και οχυρωθεί στη σπηλιά κατά τη Μάχη της Γράνας. Σώθηκε την τελευταία στιγμή από το μικρό σώμα που έστειλε για βοήθειά του ο Κολοκοτρώνης. Ο Δαγρές μπαίνει τιμωρός στην Τριπολιτσά, εκδικούμενος το θάνατο του αδελφού του και των 27 συντρόφων του. Έτσι η τιμωρία πήρε και τη μορφή προσωπικής εκδίκησης για εκατοντάδες αγωνιστές καθώς ο πολιτικός αρχηγός της πολιορκίας Δημήτριος Υψηλάντης βρισκόταν μακριά από την Τριπολιτσά και ο Κολοκοτρώνης προσπαθούσε να σώσει τους Αλβανούς, με τους οποίους είχε συνάψει συμφωνία λόγων.

Γράφει ο Κολοκοτρώνης: «Το ασκέρι που ήταν μέσα, το Ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες , τριάντα δύο χιλιάδες…» Την Τρίτη ημέρα θα μπει στο τείχος έφιππος και θα μας παραδώσει τη μνημειώδη μαρτυρία.  «Το άλογό μου από τα τείχη μέχρι τα σαράγια δεν επάτησε γη!».

Από τα λάφυρα, που κυρίως σκορπίστηκαν στις επαρχίες, ξεχωρίζουμε τον οπλισμό επαρκή για στράτευμα μεγαλύτερο από 10 χιλιάδες. Και παρά τον δυσμενή ηθικό αντίκτυπο που είχε ο θάνατος τόσων ανθρώπων, στην Ευρώπη, αλλά και στους φιλέλληνες που συμμετείχαν στην πολιορκία, οι Έλληνες απέκτησαν με την άλωση της Τριπολιτσάς μια σημαντική «χώρα», την Πελοπόννησο, χαρακτηριστικό πυρήνα ενός ελεύθερου κράτους.

            Το έθνος το 1821 πραγματοποίησε έναν υπέρτατο άθλο. Τρανό παράδειγμα η Άλωση της Τριπολιτσάς. Το 1821 ήταν το παιδί της Στέρησης, σαν τη Γενιά του 1940 που πραγματοποίησε το μεγάλο έπος της Αλβανίας.

Ζούμε σήμερα μια έντονη κρίση και απειλή. Είμαστε το αντίθετο; Η Γενιά της Αφθονίας; Αλλά έχουμε μπροστά μας το παράδειγμα των μεγάλων εθνικών αγώνων.  

Είναι σαν να βρισκόμαστε στα ταμπούρια του Βαλτετσίου και να περιμένουμε να ακούσουμε τη φωνή του Κολοκοτρώνη: «Βαστάτε! Έρχεται ο Κολοκοτρώνης!».Και από μας απαιτείται αυτογνωσία και προπαντός επανάσταση συνειδήσεων. 

Σήμερα από το χώρο της ίδιας Τριπολιτσάς μπορούμε να γνωρίσουμε μια άλλη επανάσταση, την Ανατροπή της Ιστορίας. Στις 21 Ιουλίου 1821 άρχισε η Β΄ αποφασιστική φάση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς που ολοκληρώθηκε με την Άλωση της πόλης, τα ΑΛΩΤΙΑ. Από τις 21 Ιουλίου 2011 έχει αρχίσει η Β΄ φάση μιας άλλης παράξενης πολιορκίας. Και είμαστε, κατά τη φράση του Εθνικού μας ποιητή, «Ελεύθεροι πολιορκημένοι» όλοι οι Έλληνες.

Η Ιστορία κινείται στο χρόνο, αλλά και ιδιαίτερα στο χώρο. Και έχουμε την ανατροπή της και για το μεγάλο πρωταγωνιστή της Αλώσεως της Τριπολιτσάς. Γιατί όχι πολύ μακριά από τα τείχη της «άθλιας Τριπολιτσάς» του Σολομού, στον τόπο που στήθηκε ένα από τα τελευταία στρατόπεδα των πολιορκητών της, στου Θάνα, σκοτώθηκε από Ελληνικά χέρια το πιο αγαπημένο  από τα παιδιά του Κολοκοτρώνη, ο Πάνος, για τον οποίο ο Αρχηγός τόσα όνειρα είχε κάνει. ΠΑΘΟΣ-ΜΑΘΟΣ, γιατί μαζί του ο Κολοκοτρώνης έθαψε όλα τα πολιτικά του όνειρα, και ο ίδιος οδηγήθηκε στη φυλακή.

Ήταν τότε που οδηγήθηκε όλη η ελεύθερη Ελλάδα στο χείλος του γκρεμού, καθώς διαγκωνίζονταν μεταξύ τους, πολιτικοί και στρατιωτικοί, με το ερώτημα : «Ποιος προσέφερε πιο πολλά στην απελευθέρωση αυτού του τόπου και δικαιούται το μεγαλύτερο μερίδιο Εξουσίας;».

Ανατροπή της ιστορίας και από τους σύγχρονους ελεύθερους Έλληνες,  πολιορκημένους όμως από τους δανειστές τους, που  παραβγαίνουν σε ένα παράξενο διαγώνισμα. Ποιος έκανε τα πιο πολλά κακά σ’ αυτόν τον ευλογημένο και καθαγιασμένο τόπο. Που είναι όμως τόσο μεγάλος ώστε να χωράει καλούς και κακούς. Έχουμε ανάγκη από σύνεση, ομόνοια και συνεργασία για το κοινό καλό αυτού του τόπου που ανήκει σε όλους.

Γιατί πάντα πρέπει να θυμόμαστε πως στην αρχαία ελληνική τραγωδία το ΜΑΘΟΣ. στους ήρωες έρχεται μετά το ΠΑΘΟΣ, όταν συνήθως είναι πολύ αργά.

 


Leave a Comment so far
Leave a comment



Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s



%d bloggers like this: